Τρίτη, 12 Σεπτεμβρίου 2017

Αναψυκτήρια - Η ετυμολογία, η ελληνική πατέντα, τα ιστορικά στέκια, οι θρυλικοί κονφερασιέ, οι μαρτυρίες, οι μνήμες, η νοσταλγία

ΤΡΙΤΗ 12-9-2017



Τα αναψυκτήρια ξεκινάνε απ’ την δεκαετία του ’30 και την περίφημη «Μάνδρα» του Αττίκ και φτάνει μέχρι και το τέλος της δικτατορίας.

Αξέχαστες καλοκαιρινές στιγμές διασκέδασης που χαράχθηκαν νοσταλγικά στις μνήμες των τυχερών θεατών και αποτελούν αντικείμενο συναρπαστικής και νοσταλγικής αφήγησης στους νεότερους.

Η ετοιμολογία της λέξης Αναψυκτήρια προσδιορίζει σημειολογικά τον τόπο όπου σερβίρονται αναψυκτικά. Αποτέλεσε ένα θερινό τρόπο διασκέδασης για τη χώρα μας και τους κατοίκους της. 

Μια απόλυτα ελληνική πατέντα διασκέδασης, προσαρμοσμένη στις κλιματολογικές συνθήκες μας και στην ψυχαγωγική ιδιοσυγκρασία των Ελλήνων.

Το προσφερόμενο ψυχαγωγικό θέαμα στο χώρο των αναψυκτηρίων έχει τις καταβολές του στο Γαλλικό βαριετέ. Παραπέμπει σε θεατρική παράσταση με ποικιλία θεαμάτων, έχοντας στοιχεία από προγράμματα καμπαρέ, μίμους, κλόουν, χορευτές, χορεύτριες και τραγουδιστές.

Ουσιαστικά πρόκειται για μια συναρμολόγηση σκόρπιου υλικού και κειμένων συνδεδεμένων με θεατρικές τεχνικές με τη βοήθεια ήχων προερχόμενων από μουσικές και τραγούδια καθώς και φωτιστικών τρικ. Πρωτεργάτης και δημιουργός στον ελληνικό χώρο του νέου αυτού διασκεδαστικού θεάματος είναι ο Αττίκ (Κλέων Τριανταφύλλου). 


             kleon attik

 

Ο Αττίκ, γεννήθηκε στην Αίγυπτο το 1885, από εύπορη οικογένεια. Ανατράφηκε σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή και ιδιαίτερα τη γαλλική κουλτούρα. Ξεκίνησε νωρίς τις μουσικές του σπουδές στην Ελλάδα και τις ολοκλήρωσε στο Παρίσι, όπου και ξεκίνησε τα πρώτα του καλλιτεχνικά βήματα. 

Παρουσιάστηκε σε μεγάλα Παρισινά κέντρα, ενώ ταυτόχρονα έδωσε και πολλές συναυλίες σε διάφορες ευρωπαϊκές χώρες. Επιστρέφει στην Ελλάδα ενώ η οικογένεια του καταρρέει οικονομικά & το 1931 ιδρύει την περίφημη καλλιτεχνική ομάδα «Μάνδρα», σε συνεργασία με τους Δ. Ευαγγελίδη, τον Βώττη και τον Παντελή Χορν. 

Για πρώτη φορά παρουσιάζεται σε υπαίθριο θέατρο της οδού Μεθώνης. Η ομάδα αυτή παρουσιαζόταν τα καλοκαίρια στην Αθήνα και τον χειμώνα περιόδευε στην επαρχεία. Για πάρα πολλά χρόνια το πρόγραμμα της Μάνδρας παρουσιαζόταν στο θερινό θέατρο «Δελφοί» στην οδό Αχαρνών και Ηπείρου.

Την καλλιτεχνική διεύθυνση αυτού του σχήματος είχε ο Αττίκ, ο οποίος συμμετείχε σαν πιανίστας, τραγουδιστής και μίμος «κομπέρ» (κονφερασιέ). 


Είχε την ικανότητα να παίζει πιάνο και να σφυρίζει ταυτόχρονα και από το κελάϊδισμα που έβγαζε το σφύριγμά του, δημιουργούσε μια εκπληκτική διφωνία. 

Πάρα πολλοί καλλιτέχνες ανεδείχθησαν μέσα από τη «Μάνδρα» του Αττίκ. 

madraTOUattik
 

Η θρυλική Ντιριντάουα, αργότερα σύζυγος του Κώστα Χατζηχρήστου, της οποίας το πραγματικό της όνομα ήταν Καίτη Οικονόμου, οι αδελφές Καλουτά, η Λουίζα Ποζέλι, Ζωή Νάχη, Καλή Καλό, Δανάη, Κάκια Μενδρή, ο ντιζέρ Τόνυ Ράιλ και ο μίμος Ανδρέας Ζούλας, γνωστός ως Ζαζάς. Από τη «Μάνδρα του Αττίκ» μαθήτευσαν και ξεπήδησαν οι πρώτοι κονφερασιέ όπως ο Ορέστης Λάσκος, ο Χρήστος Πύρπασος, ο Μίμης Τραϊφόρος, ο Φίλωνας Αρίας και ο Γιώργος Οικονομίδης. Η «Μάνδρα του Αττίκ» διαλύθηκε το 1944 μετά τον θάνατο του Αττίκ.

Από τη δεκαετία του ’50 άρχισαν να δημιουργούνται τα πρώτα «δυνατά», με ισχυρή καλλιτεχνική δομή και εμπορικότητα, αναψυκτήρια. 


Αναφέρομαι στα αναψυκτήρια του Πεδίου του Άρεως. 

Το «Άλσος» με επικεφαλής τον μεγαλύτερο Έλληνα κονφερασιέ Γιώργο Οικονομίδη και το Green Park με τον Όμηρο Αθηναίο. Το τελευταίο βρισκόταν στο νότιο άκρο του πάρκου επί της οδού Μαυροματαίων σε ένα κτίριο αντιπροσωπευτικό της εποχής του μεσοπολέμου με διακοσμητικά στοιχεία Art Nouveau.

Ο μεγάλος κονφερασιέ και θηρευτής ταλέντων Γιώργος Οικονομίδης δημιουργούσε ένα πρόγραμμα ευρωπαϊκών προδιαγραφών, ιδιαίτερα δημοφιλές σε όλες τις κοινωνικές τάξεις. 


Βασικός κορμός του προγράμματος, η μουσική και το τραγούδι, ο χορός, η πρόζα και φημισμένες ατραξιόν του εξωτερικού. 

Η ισχυρή προσωπικότητα του Γ. Οικονομίδη με ιδιαίτερα ανεπτυγμένο το επικοινωνιακό στοιχείο με το κοινό, αξιοποιούσε άμεσα τη στιγμή και το απρόοπτο και τα μετασχημάτιζε σε κωμικό υλικό που παρήγαγε γέλιο. 

Πάντα κομψά και αριστοκρατικά ντυμένος, χαμογελαστός, ακούραστος επαγγελματίας, δημιούργησε ένα θέαμα με έντονα διασκεδαστικό στίγμα και διαχρονικότητα. Ένα θέαμα με φινέτσα, ποιότητα, ροή, κορύφωση και συμμετοχή μεγάλων καλλιτεχνικών ονομάτων από την Ελλάδα και το εξωτερικό.


 Ένα πραγματικό βαριετέ γεμάτο τραγούδι, χορό, νούμερα επιθεώρησης, σάτιρα και επικοινωνία με τους θεατές. Συμμετείχαν τραγουδιστές και ηθοποιοί ιδιαίτερα κωμικοί, μουσικοί, χορευτές, ακροβάτες, μίμοι και ταχυδακτυλουργοί. 
Πάρα πολλά δημοφιλή ονόματα παρήλασαν από τη σκηνή του Άλσους.

Ο Γιάννης Βογιατζής, η Μαίρη Λω, η Γιοβάννα, η Ζωζώ Σαπουντζάκη, ο Τάκης Μωράκης, η Νάντια Κωνσταντοπούλου, η Κλειώ Δενάρδου, ο Φώτης Δήμας, ο Τόνυ Μαρούδας, η Ζωή Φυτούση, η Μάριον Σίβα, ο Ζακ Ιακωβίδης, ο Λυκούργος Μαρκέας, ο Τζίμης Μακούλης, ο Κώστας Κλάβας, η Ρένα Ντορ, οι Αφοί Κατσάμπα, ο Πέτρος Κυριάκος και πάρα πολλοί άλλοι.

Ο λαϊκός συνθέτης και τραγουδιστής Γιάννης Καραμπεσίνης που δε μένει πια εδώ, ο οποίος συνεργάστηκε με τον Γιώργο Οικονομίδη στο Άλσος, θυμόταν χαρακτηριστικά και μου διηγούνταν:


                      karampesinis3
 

«Συνεργάστηκα στο Άλσος με τον Γιώργο Οικονομίδη, από το ’63 έως το ’65, μαζί με τη Δούκισσα. Η συνεργασία μου μαζί του, μου έχει μείνει αλησμόνητη. Ήταν ένας πραγματικός gentleman με καλή συμπεριφορά και μπέσα. 

Αν και ουσιαστικά ήταν αδιάφορος για το λαϊκό τραγούδι και το μπουζούκι, είχε μεγάλη αδυναμία σε μένα και στον Μανώλη Χιώτη. Ίσως σ’ αυτό να τον επηρέαζε το κομψό ντύσιμο και η ευρωπαϊκή φινέτσα που είχαμε κατά τη διάρκεια του προγράμματος.

Η επιτυχία των προγραμμάτων ήταν κάτι το εκπληκτικό. Το Άλσος χωρούσε πάνω από τρεις χιλιάδες άτομα, ενώ άλλα χίλια έβλεπαν και άκουγαν το πρόγραμμα από τις πλαϊνές μάντρες. Ξεκινούσαμε τις παραστάσεις στις 21 Μαΐου και τελειώναμε περί τα τέλη Σεπτεμβρίου. 


Κάθε τρεις εβδομάδες άλλαζε το πρόγραμμα. Κάναμε δύο παραστάσεις κάθε μέρα χωρίς διακοπή. Η πρώτη παράσταση ήταν από τις 7:00μμ έως τις 9:30μμ και η δεύτερη από τις 10:00μμ έως τις 12:30μμ. 

Υπήρχαν 40 σερβιτόροι και βοηθοί. Manager στο Άλσος ήταν ο Γιάννης Κωστόπουλος που είχε γραφείο στην πλατεία Κάνιγγος και έφερνε ξένα χορευτικά και ατραξιόν διεθνούς φήμης.

Μου είχε κάνει πολύ μεγάλη εντύπωση ο Ισπανός χορευτής Μορχία που μετά πήγε στην Αμερική και έκανε πάταγο. Επίσης ο ταχυδακτυλουργός MAXIM που πέρναγε ανάμεσα σε φωτιές και σπαθιά και η εκπληκτική χορεύτρια NICOL που ήταν στα μπαλέτα Μπεζάρ και την έφερε ο Οικονομίδης στο Άλσος το 1965. 


Συνήθως τα κείμενα ήταν του Νικολαΐδη και του Ναπολέοντα Ελευθερίου και μαέστρος ήταν ο Σταύρος Ρουχωτάς. Με νοσταλγία θυμάμαι επίσης τα σπαρταριστά σκετσάκια με τη Σπεράτζα Βρανά, την ανεπανάληπτη Ρένα Ντορ, τις ερμηνείες του Τόνυ Μαρούδα, της Νάντιας Κωνσταντόπουλου και τη ζεστή φωνή της Άντζελας Ζήλεια».

Το αντίπαλο δέος στις αξέχαστες βραδιές του Άλσους ήταν όπως προαναφέραμε το Green Park του Κανδηλώρου με κεντρική και ηγετική φυσιογνωμία του κονφερασιέ Όμηρου Αθηναίου. Μια ανάλογη με του Οικονομίδη προσωπικότητα, με μεγάλη αυτοσχεδιαστική ικανότητα, επικοινωνία με το κοινό και αξιοποίηση της στιγμής.


ΤΤΤ
 

Ο Όμηρος Αθηναίος, ο οποίος είχε αργότερα και την τηλεοπτική εκπομπή στην ΥΕΝΕΔ «Κυριακή χωρίς σύννεφα», φιλοξενούσε επίσης μεγάλες ατραξιόν και τραγουδιστές του εξωτερικού και τα μεγαλύτερα καλλιτεχνικά ονόματα της χώρας μας.

Τα προσφερόμενα είδη στους θεατές του Άλσους και του Green Park ήταν τα αναψυκτικά, η χαρακτηριστική γρανίτα φράουλα, η τυρόπιτα και η μπύρα. Και στα δυο παραπάνω αναψυκτήρια δεν υπήρχαν βωμολοχίες, χλευασμός και ταπεινώσεις, αλλά σάτιρα με αιχμές πάνω από τη μέση και ορισμένα πιπεράτα σόκιν ανέκδοτα.

Τα αναψυκτήρια προσέφεραν μια «γεμάτη» διασκέδαση στην Ελληνική οικογένεια της μέσης και κατώτερης οικονομικής στάθμης που ήταν και η συντριπτική πλειοψηφία της ελληνικής κοινωνίας.


Προγράμματα διεθνούς φήμης τα οποία μπορούσαν να απολαύσουν μόνο οι λίγοι, οι έχοντες στα ακριβά κοσμικά κέντρα, καμπαρέ και night club’s μέσω των αναψυκτηρίων γινόντουσαν οικονομικώς προσιτά για το βαλάντιο του απλού εργαζόμενου που απολάμβανε σπάνια θεάματα κάτω από το έναστρο αττικό ουρανό, μέσα σε ένα καταπράσινο γοητευτικό περιβάλλον χωρίς να είναι υποχρεωμένος να ξενυχτάει.

Την ίδια περίπου εποχή και λίγο νωρίτερα υπάρχουν με μεγάλη επιτυχία τα αναψυκτήρια «Αίγλη» στο Ζάππειο, με τον Λάμπρο Ζούνη, στο «Μουσείο» με τον Ζαχαρία Τσίχλα, στο «Κυψελάκι» με τον Φίλωνα Αρία και το «ΑΛΚΑΖΑΡ» στο σταθμό Λαρίσης με τον Ορέστη Λάσκο. 


                705
 

Ο Ορέστης Λάσκος, σύζυγος της ηθοποιού Μπεάτας Ασημακοπούλου θήτευσε δίπλα στον Αττίκ, ταυτόχρονα όμως ήταν ένας σημαντικός ποιητής και σκηνοθέτης. 

Εύγλωττος, άμεσος και δημιουργικός, δεν παρέλειπε ποτέ στις παραστάσεις του να απαγγέλει δύο από τα αγαπημένα του ποιήματα: «τα βατράχια κουάξ κουάξ» και το «Παρίσι». 

Στο τελευταίο δε, περιέγραφε το όνειρο μιας ολόκληρης ζωής για ένα ταξίδι από το Παρίσι, το οποίο όταν κάποια στιγμή το υλοποίησε και είχε φτάσει με το τρένο μια στάση πριν το τέρμα, κατέβηκε και γύρισε πίσω γιατί σκέφθηκε ότι εάν πραγματοποιούσε το όνειρο του, τι θα είχε πλέον για το υπόλοιπο της ζωής του να ονειρεύεται.

Σαν σκηνοθέτης ο Ορέστης Λάσκος, έμεινε στην ιστορία για την πρωτοποριακή, για την εποχή, ταινία του « Δάφνις και Χλόη» το 1931 όπου είχε προκαλέσει πολλές αντιδράσεις στην συντηρητική μερίδα της ελληνικής κοινωνίας.


                                 

                                      daphnis kai khloe 002 0 

Μετά, στη μεταπολίτευση, το τοπίο στα παραδοσιακά αναψυκτήρια αλλάζει. Τα τραγούδια ευδαιμονισμού που αναφέρονταν σε έναν εφησυχασμένο κόσμο, δίνουν τη σκυτάλη στο πολιτικό και ποιοτικό στίχο που ήταν ένα βάλσαμο στα τραύματα που αποκόμισε ο Έλληνας από την επτάχρονη χουντική ταλαιπωρία.



Ο Γιώργος Οικονομίδης λειτουργεί ξανά το «Άλσος», αλλά είναι λαβωμένος οικονομικά και ηθικά λόγω της συμμετοχής του στην Ολυμπιάδα τραγουδιού στο Παναθηναϊκό στάδιο κατά τη διάρκεια της δικτατορίας.


Αρκετά δημοφιλή εκείνη την εποχή ήταν τα αναψυκτήρια του «Άλσους Νέας Φιλαδέλφειας» με τον Λάκη Σκούταρη καθώς και της «Παλλήνης». 

              skoutaris
 

Προς το τέλος της δεκαετίας του ’70, η εμφάνιση του Χάρρυ Κλυν στον ψυχαγωγικό χώρο των Αναψυκτηρίων αποτελεί μια ψυχαγωγική βόμβα κι επανάσταση. 

Ο Χάρρυ Κλυν (Βασίλης Τριανταφυλλίδης) αποτελεί ανακάλυψη του Γιώργου Οικονομίδη όταν το 1958 σε μια βραδιά ταλέντων στην Θεσσαλονίκη έπειτα από μια μικρή καριέρα στον Ελληνικό κινηματογράφο («Γάμος αλά Ελληνικά», «Tα 20 καναρίνια») πηγαίνει στην Αμερική όπου γνωρίζει μεγάλη επιτυχία.



Με την επιστροφή του από την Αμερική, κυκλοφορεί το 1978 τον πρώτο του δίσκο, με τίτλο: «για δέσιμο», ο οποίος έκανε πάταγο. 

Η μεγάλη επιτυχία του δίσκου εκτινάσσει τη δημοφιλία του στα ύψη και αρχίζει τις εμφανίσεις του στα αναψυκτήρια. 

xarrklin
 

Ιστορικές θα μείνουν οι εμφανίσεις του στο αναψυκτήριο «Ερμής» της Πλατείας Δαβάκη, στο Αιγάλεω. 

ermis
 

Ο Χάρρυ Κλυν δημιουργεί ένα μοναδικό νέο τύπο κομπέρ - κονφερασιέ - σολίστα κωμικού. Το αστείρευτο και πολύπλευρο ταλέντο του, δημιουργούσε παραλήρημα ενθουσιασμού στο «one man show» πρόγραμμα που παρουσίαζε. 

Τραγουδούσε, χόρευε, έπαιζε επιθεώρηση και δημιουργούσε μια «stand up» κωμωδία εκ των ενόντων. Με αυτοσαρκασμό, καυτή σάτιρα και έντονη συμμετοχή του κοινού. 

Η επικοινωνία αυτή ήταν εκπληκτική και πολλές φορές το μεγαλύτερο μέρος της παράστασης προέκυπτε από τους παρευρισκόμενους θεατές. 

Οι μιμήσεις του ήταν απόλυτα πειστικές ιδιαίτερα του Κωνσταντίνου Καραμανλή, του Ανδρέα Παπανδρέου και του Χαρίλαου Φλωράκη, που ήταν τότε οι κυρίαρχοι πρωταγωνιστές της πολιτικής σκηνής. Δημιούργησε χαρακτηριστικούς και διαχρονικούς τύπους όπως του «Τραμπάκουλα» και τους «Χάρη και Χαρίκλεια». 


 Αρνητικό στοιχείο των προγραμμάτων του Χάρυ Κλυν είναι η εισαγωγή της βωμολοχίας στο χώρο της ψυχαγωγίας όπου όλοι την αφορίζουν αλλά όλοι συνωστίζονται κάθε βράδυ για να την παρακολουθήσουν. 

Ο κόσμος γελάει και απολαμβάνει ενδεχομένως λόγω του ότι εφόσον δεν μπορούσε ο ίδιος να βρίσει τους πολιτικούς και τα καμώματά τους, όπως και τα περίεργα της καθημερινότητας, βλέπουν τους εαυτούς τους στο πρόσωπο του Χάρυ Κλυν να το πράττει εκ του ασφαλούς.

Απόλυτα επιτυχής ο χαρακτηρισμός του ως «Γελωτοποιός της Ρωμιοσύνης».


xarkll2
 

Ο τελευταίος των μεγάλων στο χώρο των αναψυκτηρίων υπήρξε ο Γιάννης Μπουρνέλης με εικοσαετή παρουσία στο χώρο από το 1975 έως το 1995 όπου και έκλεισε. 

Αρχικά με την παρουσία του στο «Άκρον» στην οδό Λένορμαν 125, στον Κολωνό, ιδιοκτησίας των αδελφών Γεροσταθόπουλων και αργότερα δικής του, υπήρξε ένα μεγάλο κεφάλαιο αλλά και ο επίλογος στην ιστορία των ψυχαγωγικών αναψυκτηρίων. 

                     boyrnelis
 

Ο Γιάννης Μπουρνέλης, ένας προικισμένος ηθοποιός, τραγουδιστής, μίμος με θεατρικές και κινηματογραφικές καταβολές, δημιούργησε ένα ζεστό και απόλυτα επικοινωνιακό κλίμα με τον κόσμο. 

Το πρόγραμμα του Μπουρνέλη, βασιζόταν σε θεατρικά σκετς, μιμήσεις, χορευτικά, έξυπνα ανέκδοτα αλλά κυρίως στην παρουσία των δημοφιλέστερων τραγουδιστών που κυριαρχούσαν στην αθηναϊκή νύχτα. 

akron223
 

Ήταν πάρα πολύ σημαντικό για τους θεατές του «Άκρον» να βλέπουν και να ακούν από κοντά τα είδωλά τους με ένα φθηνό εισιτήριο και σε λογικές και ανθρώπινες ώρες. Ταυτόχρονα οι καλλιτέχνες έβρισκαν μια εξαιρετική ευκαιρία με την εμφάνισή τους στο «Άκρον» να παρουσιάζουν τη νέα δισκογραφική τους δουλειά. 

Πολυάριθμα τα μεγάλα ονόματα που παρήλασαν από το αναψυκτήριο. Πουλόπουλος, Βιτάλη, Διονυσίου, Σακελλαρίου, Γλυκερία, Κοντολάζος, Βίσση, Πασχάλης, Αδαμαντίδης, Παπαδοπούλου, Κλωναρίδης, Μητροπάνος, Γερολυμάτος, Αγγελόπουλος, Χριστοδουλόπουλος, Γαλάνη, Τζένη Βάνου και πάρα πολλοί άλλοι.

                        akr
 

Θα πρέπει να σημειωθεί ιδιαίτερα ότι ο Γιάννης Μπουρνέλης, ήταν ένα ιδιαίτερα συμπαθές πρόσωπο, με ήθος και αξιοπρέπεια και η σάτιρά του απόλυτα δεοντολογική, χωρίς να ξεπερνά τα όρια, χωρίς να βωμολοχεί και να ευτελίζει τα πρόσωπα που σατίριζε. 


 Από τις αρχές της δεκαετίας του ’90, η ψυχαγωγία των αναψυκτηρίων άρχιζε να φθίνει σταδιακά. Σε αυτό το γεγονός συντέλεσαν πάρα πολλοί παράγοντες, όπως η τηλεόραση με τις πρωινές της εκπομπές, η αλλαγή στον τρόπο διασκέδασης και η χαλάρωση της συνολικής οικογενειακής εξόδου. 

Εκτός από τους παραπάνω λόγους, κάθε 15 χρόνια η μουσική επικοινωνία με τους θεατές, αλλάζει και δημιουργούνται νέα ρεύματα και τάσεις όπου μεταλλάσσουν τα δεδομένα της διασκέδασης. 

Όσον αφορά στο «Άκρον» θα πρέπει να σημειώσουμε την πικρόχολη και αρνητική κριτική των κουλτουριάρηδων κριτικών και δημοσιογράφων που μαστίγωναν αλύπητα την προσπάθεια του Γιάννη Μπουρνέλη, λες και είχαν να προτείνουν κάτι καλύτερο για την υποτιθέμενη αναβάθμιση της μουσικής διασκέδασης. 

Ήταν περίπου οι ίδιοι κριτικοί που χλεύαζαν τον ελληνικό «εμπορικό» κινηματογράφο, όπου μετά το τέλος του, τον διαδέχτηκαν αρχικά οι άδειες αίθουσες και λίγο αργότερα έγιναν super markets και συνεργεία αυτοκινήτων. 


Ο θερινός κινηματογράφος, το θερινό θέατρο και τα αναψυκτήρια, προσέφεραν αξέχαστες καλοκαιρινές στιγμές διασκέδασης που χαράχθηκαν νοσταλγικά στις μνήμες των τυχερών θεατών και αποτελούν αντικείμενο συναρπαστικής και νοσταλγικής αφήγησης στους νεότερους.



ΠΗΓΗ. ogdoo.gr