Σάββατο, 10 Ιουνίου 2017

Αθανασάκειο Αρχαιολογικό Μουσείο Βόλου - Ενα από τα παλαιότερα Μουσεία της χώρας

ΣΑΒΒΑΤΟ 10-6-2017


ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ ΚΕΙΜΕΝΟΥ - ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ . ΘΑΝΟΣ ΕΥΘΥΜΕΡΟΣ


Το Αθανασάκειο Αρχαιολογικό Μουσείο Βόλου είναι ένα από τα παλαιότερα Μουσεία της χώρας και μέχρι σήμερα παραμένει το κεντρικό Αρχαιολογικό Μουσείο της Θεσσαλίας. Κτίσθηκε το 1909 με χρήματα που διέθεσε ο Αλέξιος Αθανασάκης από την Πορταριά του Πηλίου.

 Πρόκειται για ένα ισόγειο νεοκλασικό κτήριο με συνολικό εμβαδόν 870 τ.μ. που περιλαμβάνει επτά χώρους έκθεσης. Το αρχικό σχέδιο κατασκευής εκπόνησε ο μηχανικός της Αρχαιολογικής Εταιρείας Α. Αγγελίδης και το υλοποίησε ο αρχιτέκτονας Ι.Π. Σκούταρης. 

Βρίσκεται στην παραλία του Βόλου, μέσα στο πάρκο της περιοχής του Αναύρου. 

Αφορμή και σκοπός της ίδρυσις του υπήρξε η στέγαση και η έκθεση των γραπτών επιτύμβιων στηλών από το νεκροταφείο της αρχαίας Δημητριάδας, που είχαν έρθει στο φως με τις ανασκαφές του Α. Αρβανιτόπουλου στις αρχές του 20ου αι.



Ο τεράστιος πλούτος των αρχαιολογικών ευρημάτων της συλλογής του Μουσείου και η παράλληλη έλλειψη επαρκών εκθεσιακών χώρων και αποθηκών έκαναν επιτακτική την ανάγκη επέκτασης του κτηρίου. 

Το μακροχρόνιο αυτό αίτημα, αν και είχε διατυπωθεί από τις αρχές του προηγούμενου αιώνα, υλοποιήθηκε μόλις το 2004. Συγκεκριμένα, τον Αύγουστο του 2004 εγκαινιάστηκε η νέα πτέρυγα του Μουσείου Βόλου, που κατασκευάστηκε σε άμεση επαφή με το παλαιό κτήριο του Μουσείου. 

Το νέο κτήριο διαθέτει πρόσθετους εκθεσιακούς χώρους, εκτεταμένες αποθήκες με σύγχρονο εξοπλισμό και ελεγχόμενες συνθήκες διατήρησης των αρχαιοτήτων, ενώ παράλληλα στεγάζει τα γραφεία της ΙΓ” Εφορείας Προϊστορικών και Κλασικών αρχαιοτήτων. 

Η κατασκευή του νέου κτηρίου πραγματοποιήθηκε παράλληλα με τις εργασίες ανακαίνισης του παλιού, νεοκλασικού κτηρίου, ενώ και τα δύο έργα εντάχθηκαν στο Τρίτο Κοινοτικό Πλαίσιο στήριξης, στο Επιχειρησιακό Πρόγραμμα Πολιτισμός με καταληκτική ημερομηνία το Δεκέμβριο του 2006.


Μετά την επανέκθεση του 2004, το Αρχαιολογικό Μουσείο Βόλου φιλοξενεί αρχαιολογικά ευρήματα από όλη τη Θεσσαλία, από την παλαιολιθική περίοδο έως και τα ρωμαϊκά χρόνια. 




Η έκθεση αναπτύσσεται σε οκτώ αίθουσες στο ισόγειο του παλιού και νέου κτηρίου και περιλαμβάνει ευρήματα από τις αρχαιολογικές έρευνες που άρχισαν στη Θεσσαλία στις αρχές του 20ου αιώνα και συνεχίζονται έως σήμερα. 

Ενημερωτικά κείμενα, σχέδια και φωτογραφίες εμπλουτίζουν την έκθεση επιτρέποντας στο μη ειδικό κοινό την εμπεριστατωμένη πληροφόρησή του για το είδος και τη χρήση των αρχαιολογικών ευρημάτων, καθώς και για τους αρχαιολογικούς χώρους από τους οποίους τα εκθέματα αυτά προήλθαν. 


Το Αθανασάκειο Αρχαιολογικό Μουσείο του Βόλου ανήκει οργανικά στην ΙΓ” Εφορεία Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων του Βόλου, η οποία αποτελεί περιφερειακή Υπηρεσιακή μονάδα του Υπουργείου Πολιτισμού με αρμοδιότητα στις Προϊστορικές και Κλασικές αρχαιότητες του Νομού Μαγνησίας.

 Του Κωνσταντίνου Βουζαξάκη, αρχαιολόγου.


ΠΕΡΙΗΓΗΣΗ ΣΤΙΣ ΑΙΘΟΥΣΕΣ ΤΟΥ ΜΟΥΣΕΙΟΥ


Της  Δρ. Βασιλικής Αδρύμη – Σισμάνη



ΝΕΑ ΕΚΘΕΣΗ ΑΡΧΑΙΟΤΗΤΩΝ (αίθουσα 8)


Στις 3 Αυγούστου του 2004 εγκαινιάστηκε από τον Υφυπουργό Πολιτισμού Π. Τατούλη το ανακαινισμένο κτήριο και η επανέκθεση του Αρχαιολογικού Μουσείου του Βόλου, καθώς και η περιοδική έκθεση «Αγώνες και αθλήματα στην Αρχαία Θεσσαλία» στο νέο κτήριο που προστέθηκε ως επέκταση στο υπάρχον παλαιό κτήριο. 

Το παλαιό Μουσείο Βόλου, έχοντας διανύσει έναν αιώνα σχεδόν λειτουργίας από την ίδρυση του το 1909, ανανεώθηκε και εμπλουτίστηκε με αρχαιολογικές συλλογές που παρουσιάζονται στο κοινό με στόχο την γνωριμία του με τον πολιτιστικό πλούτο της Θεσσαλίας, σύμφωνα με τις σύγχρονες μουσειολογικές αντιλήψεις και πρακτικές.
  Η αρχιτεκτονική φυσιογνωμία του παλαιού κτηρίου του Μουσείου διατηρήθηκε και αναδείχθηκε, ενώ παράλληλα εφαρμόστηκαν τεχνολογικές πρακτικές υψηλών προδιαγραφών για να καλυφθούν οι ανάγκες κλιματισμού, φωτισμού και πληροφόρησης, καθώς και η εξυπηρέτηση ατόμων με ειδικές ανάγκες. 

Επίσης, προστέθηκε ένα νέο κτήριο 3.000 τ.μ. που, επιτρέποντας την απρόσκοπτη πορεία των επισκεπτών από τον ένα χώρο στον άλλο, προσφέρει μεγαλύτερους εκθεσιακούς χώρους και νέους χώρους στέγασης και φύλαξης των αρχαιοτήτων.
  Η έκθεση πραγματοποιήθηκε με τη συμμετοχή όλων των αρχαιολόγων, μηχανικών, συντηρητών και τεχνιτών που εργάζονται στην ΙΓ Ε.Π.Κ.Α., καθώς και με την πρόθυμη συνδρομή νέων αρχαιολόγων που ασχολήθηκαν στο έργο. 

Την ιδέα και το σχεδιασμό της έκθεσης καθώς και το συντονισμό της όλης προσπάθειας, όπως ήταν φυσικό, την ανέλαβε π υπογράφουσα, η οποία ανέλαβε κάθε προσπάθεια ώστε να διεκπεραιωθεί αυτό το δύσκολο έργο εντός των προβλεπόμενων ασφυκτικών χρονικών ορίων, δεδομένου ότι το έργο υλοποιήθηκε παράλληλα με την εργολαβία, και να εγκαινιασθεί πριν την έναρξη των Ολυμπιακών Αγώνων. 

Τα ονόματα όλων των συνεργατών μνημονεύονται στον παρακείμενο κατάλογο, ωστόσο απ” αυτή εδώ τη θέση θα ήθελα να εκφράσω και πάλι τις θερμές ευχαριστίες μου για την πρόθυμη συνεργασία όλων των συναδέλφων, η οποία υπήρξε καθοριστική, ώστε να υπερνικηθούν όλες οι δυσκολίες και να ξεπερασθούν οι καθημερινές ταλαιπωρίες και οι καθυστερήσεις και το έργο να υλοποιηθεί εγκαίρως.


Οι αρχαιολογικές συλλογές αναπτύσσονται σε οκτώ αίθουσες στο ισόγειο του παλιού και νέου κτηρίου, ακολουθώντας τη μουσειογραφική μελέτη που εκπόνησε η κ. Θάλεια Μακρή Σκοτεινιώτη, τοπογράφος μηχανικός της ΙΓ” ΕΠΚΑ. 

Περιλαμβάνει ευρήματα από τις αρχαιολογικές έρευνες που άρχισαν στη Θεσσαλία στις αρχές του 20ου αιώνα και συνεχίζονται έως σήμερα. Τα εκθέματα τοποθετήθηκαν σε σύγχρονες προθήκες με ψυχρό φωτισμό, ώστε να προβάλλονται με τον καλύτερο δυνατό τρόπο ακολουθώντας ταυτόχρονα τις απαραίτητες προδιαγραφές για την ασφαλή διατήρηση τους. 

Ενημερωτικά κείμενα, σχέδια και φωτογραφίες εμπλουτίζουν την έκθεση επιτρέποντας στο μη ειδικό κοινό την εμπεριστατωμένη πληροφόρηση του για το είδος και τη χρήση των αρχαιολογικών ευρημάτων, καθώς και για τους αρχαιολογικούς χώρους από τους οποίους τα εκθέματα αυτά προήλθαν.




ΕΚΔΟΤΗΡΙΟ ΕΙΣΙΤΗΡΙΩΝ (αίθουσα 1)


Η κεντρική είσοδος είναι από το παλαιό κτήριο του Μουσείου, όπου λειτουργούν επτά αίθουσες ανακαινισμένες. 
Στο χώρο της διατίθενται εισιτήρια, έντυπο ενημερωτικό υλικό για το Μουσείο και τους αρχαιολογικούς χώρους της Μαγνησίας, καθώς και πωλητέα είδη (βιβλία, φωτογραφικό υλικό). 

Επίσης, παρουσιάζεται η δομή των αρχαιολογικών συλλογών του Μουσείου κατά αίθουσα με ενημερωτικές πινακίδες και ηλεκτρονικό σύστημα ξενάγησης με οθόνες αφής.



ΑΝΑΣΚΑΦΕΣ ΜΕΓΑΛΩΝ ΕΡΓΩΝ (αίθουσα 2)


Η πρώτη αίθουσα στα δεξιά τής εισόδου παρουσιάζει τους αρχαιολογικούς χώρους που αποκαλύφτηκαν στη Μαγνήσια κατά τη διάρκεια των εκτεταμένων σωστικών ανασκαφών στα πλαίσια των μεγάλων αναπτυξιακών έργων υποδομής που σηματοδότησε η ένταξη της χώρας μας στην Ευρωπαϊκή Ένωση. 

Η διαπλάτυνση της εθνικής οδού, η οργάνωση του επαρχιακού σιδηροδρομικού δικτύου, η αναδημιουργία του ταμιευτήρα της λίμνης Κάρλας και ο βιολογικός καθαρισμός της πόλης του Βόλου αποτελούν έργα μεγάλης κλίμακας, στα οποία πραγματοποιήθηκαν πολυετείς ανασκαφικές έρευνες σωστικού χαρακτήρα που έφεραν στο φως ένα σημαντικό αριθμό αρχαιολογικών χώρων, μερικοί από τους οποίους οργανώθηκαν σε επισκέψιμους αρχαιολογικούς χώρους.


Αντιπροσωπευτικά ευρήματα, χάρτες και ενημερωτικά κείμενα παρουσιάζουν στην έκθεση τις νέες αρχαιολογικές θέσεις, που οργανώνονται κατά ενότητες και με σειρά χρονολογική, πληροφορώντας τον επισκέπτη για τις πολιτιστικές αλλαγές που χαρακτηρίζουν τις αρχαιολογικές περιόδους από το τέλος της νεολιθικής εποχής έως τα ελληνιστικά χρόνια. Οι χώροι είναι οι εξής:


1. Κατά τη διαπλάτυνση της Εθνικής Οδού Αθηνών – Θεσσαλονίκης εντοπίστηκε, στον κόμβο των Μικροθηβών Ν. Μαγνησίας, ένας μοναδικός στον Ελλαδικό χώρο οικισμός της μεταβατικής φάσης από την τελική Νεολιθική στην Πρώιμη Εποχή του Χαλκού. 

Πρόκειται για οικισμό που αναπτύχθηκε σε “Μαγούλα”, 3 χλμ. από τη θάλασσα, και σε έκταση περίπου 20 στρεμμάτων. Η θέση του, στα νοτιοδυτικά του Παγασητικού κόλπου, που αποτελούσε την κύρια διέξοδο της Κεντρικής Ελλάδας προς τη θάλασσα, του επέτρεψε την επαφή με τον αιγιακό κόσμο, αλλά και την πεδινή ενδοχώρα. 

Οι ανασκαφές αποκάλυψαν αρχιτεκτονικά κατάλοιπα 5 οικιστικών μονάδων. Πρόκειται για ορθογώνιες καλύβες με τοιχώματα από πλέγματα καλαμιών ή κλαδιών με ενδιάμεσους ξύλινους πασσάλους, που πατούσαν στο έδαφος ή στηρίζονταν σε κρηπίδα από μικρούς λίθους ή στοιβαχτό πηλό. Υπήρχε διπλή επένδυση από πηλό για στεγανοποίηση. 

Η στέγη ήταν δικλινής, φτιαγμένη από ξύλινο σκελετό πλεγμένο με καλάμια ή κλαδιά και πιθανόν εξωτερική επάλειψη από πηλό, ενώ το δάπεδο ήταν από πατημένο πηλό ή χώμα. Οι πασσαλότρυπες που βρέθηκαν έξω από τις καλύβες παραπέμπουν στην ύπαρξη στεγασμένων χώρων. 

Χαρακτηριστικό της κοινωνικής οργάνωσης και των τοπικών μονάδων: πήλινες και λίθινες κατασκευές οικοτεχνικής, τροφοπαρασκευαστικής και αποθηκευτικής δυνατότητας, πήλινες “τράπεζες”, ορθογώνιες και ωοειδείς “θήκες” που πιθανόν χρησιμοποιούνταν ως αποθηκευτικοί ή παρασκευαστικοί χώροι. 

Πληροφορίες για την καθημερινή ζωή των κατοίκων αντλούμε από διατροφικά κατάλοιπα (συγκεντρώσεις από οστά ζώων, καρποί δημητριακών, βελανίδια και θαλασσινά όστρεα), τα εργαλεία (χάλκινα δίκοπα εγχειρίδια, οπείς και σμίλες, δύο εγχάρακτοι λίθινοι πελέκεις, λεπίδες από πυριτόλιθο της Πίνδου, πήλινα σφονδύλια, λίθινη σφραγίδα), σημαντικό αριθμό κοσμημάτων (χάντρες και περίαπτα από λίθο, οστό, όστρεα και πηλό, βραχιόλια από Spondylous Gaederopus), καθώς και από τα πολυάριθμα αγγεία. 

Κυριαρχούν η φιάλη και ο πίθος, ενώ υπάρχουν ακόμη άωτα, κωνικά, στιλβωμένα κύπελλα, πίθοι με ανάγλυφα προσωπεία και εγχάρακτες στιλβωμένες φιάλες των αγγείων (κυρίως των εγχάρακτων) στα τοπικά εργαστήρια παραγωγής και διανομής, απαιτούσε ιδιαίτερη προσοχή και χρόνο, αλλά και υψηλή εξειδίκευση. 

Εκεί συναντήσαμε και την εγχάρακτη κεραμική τύπου “Bratislava”. Αβαθείς φιάλες με εγχάρακτη και στικτή διακόσμηση με την εξωτερική επιφάνεια των αγγείων να είναι πολύ καλά στιλβωμένη και φέρει επίχρισμα. 

Διακοσμείται μόνο η εξωτερική επιφάνεια του αγγείου με ελισσόμενες σπείρες, συνοδευμένες από στικτή διακόσμηση και παραπληρωματικά κοσμήματα (τρίγωνα ενάλληλα). Εγχάρακτη ή στικτή διακόσμηση φερει και το χείλος. 

Όλα τα διακοσμητικά θέματα πληρούνται με λευκή πάστα. Ο τύπος αυτής της φιάλης έχει εντοπιστεί στα Καρπάθια, τα Βαλκάνια και γενικά στη Νοτιοανατολική Ευρώπη. 

Στον Ελλαδικό χώρο εντοπίστηκε στα Δολιάνα Ιωαννίνων, στη μαγούλα Ράχης Παναγιάς της Φθιώτιδας, στο Μεγάλο Νησί Γαλάνης Κοζάνης, στην Πετρομαγούλα Μαγνησίας και στον προϊστορικό οικισμό του κόμβου των Μικροθηβών στη Μαγνησία. 

Υποθέτουμε ότι η διάδοση του στη Θεσσαλία πραγματοποιήθηκε μέσω Κοσόβου -Ν. Αλβανίας- Ηπείρου ή μέσω Δ. Βουλγαρίας – Μακεδονίας. Ραδιοχρονολόγηση σε δείγμα απανθρακωμένων καρπών βελανιδιάς που βρέθηκαν μαζί με φιάλη τύπου “Bratislava” έδωσε απόλυτη χρονολόγηση 3670 π.Χ (Δημόκριτος).



2. Στον κόμβο του Αερινού ερευνήθηκαν πέντε θολωτοί τάφοι, καθώς και δέκα ολόκληρες και δύο αποσπασματικές οικίες της Πρώιμης και Μέσης εποχής Χαλκού. 

Κατά τη Πρωτογεωμετρική Εποχή (10ος – 9ος αι. π.Χ.) στις υπώρειες του “Κάστρου Αερινού” γινόταν ταφές που διαταράσσουν τις μυκηναϊκές επιχώσεις και αποτελούν μέρος ενός, αντίστοιχου με το μυκηναϊκό, εκτεταμένου νεκροταφείου με θολωτούς και απλούς λακκοειδείς ή κιβωτιόσχημους τάφους. 

Τα οικιστικά κατάλοιπα της περιόδου είναι πενιχρά και αφήνουν ερωτηματικά για τη θέση, την έκταση και τη διάταξη του οικισμού. 

Η έρευνα των ταφών όμως έδωσε πολλά στοιχεία για τις κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες της εποχής, και κυρίως επιβεβαίωσε τη διατήρηση ορισμένων ταφικών συνηθειών όπως της ταφής σε θολωτούς τάφους. 

Οι λιγοστές ενδείξεις χρήσης του χώρου στην κλασική, ελληνιστική και ρωμαϊκή περίοδο με μεμονωμένες ταφές και αποσπασματικά αρχιτεκτονικά κατάλοιπα ίσως πρέπει να προσανατολίσουν στην υπόθεση μιας συρρίκνωσης του οικισμού ή αλλαγής του ρόλου του στην ευρύτερη περιοχή. 

Στο χώρο που εκτείνεται τμήμα του νεκροταφείου της μυκηναϊκής, πρωτογεωμετρικής και πρώιμης γεωμετρικής εποχής, αναπτύχθηκε νεκροταφείο και στη βυζαντινή περίοδο. 

Η τελευταία περίοδος δραστηριότητας στον οικισμό του Αερινού είναι η μεταβυζαντινή. Στη Μυκηναϊκή περίοδο και ιδιαίτερα στην Υστεροελλαδική ΙΙΒ και ΙΙΙΑ-Γ (1440 – 1100 π.Χ.) φάση της, η κατοίκηση συνεχίζεται στο ύψωμα “Κάστρο Αερινού” και στις υπώρειες του. 

Οικίες στον τύπο του “μεγάρου” με ένα ή δύο ορθογώνια δωμάτια που επικοινωνούν με ανοιχτό προθάλαμο και πλευρικούς αποθηκευτικούς ή βοηθητικούς χώρους αναπτύσσονται πολύ κοντά η μια στην άλλη, κτισμένες με πλιθιά πάνω σε λίθινο θεμέλιο και στέγη με κεράμωση. 

 Οι ασχολίες των κατοίκων, η καθημερινή ζωή, η ιδεολογία και οι σχέσεις τους με άλλες περιοχές φωτίζονται περισσότερο από την πληθώρα των ευρημάτων τόσο από τον οικισμό όσο και από το εκτεταμένο νεκροταφείο με κτιστούς θολωτούς και θαλαμοειδείς, αλλά και απλούς κιβωτιόσχημους και λακκοειδείς τάφους. 

Με βάση αυτά διαμορφώνεται η εικόνα ενός πολίσματος που ακμάζει την εποχή της “μυκηναϊκής κοινής” και της μεγάλης επέκτασης του Μυκηναϊκού πολιτισμού και συρρικνώνεται σταδιακά προς το τέλος της περιόδου.






3. Στα πλαίσια αναδημιουργίας του ταμιευτήρα της λίμνης Κάρλας (Αρχαίας Βοιβήις) αποκαλύφθηκαν 14 αρχαίοι οικισμοί, που επιβεβαιώνουν μια διαχρονική κατοίκηση από τη Νεότερη Νεολιθική μέχρι και την Ύστερη Ελληνιστική εποχή και αργότερα τη Βυζαντινή εποχή. 

Στη νοτιοανατολική πλαγιά του βραχώδους υψώματος Κορυφούλα ερευνήθηκε τμήμα οικισμού και νεκροταφείο με μικρούς κτιστούς θολωτούς τάφους της μυκηναϊκής περιόδου, το οποίο θα αναδειχθεί σε επισκέψιμο χώρο. 

Το νεκροταφείο και ο μυκηναϊκός οικισμός επιβεβαιώνουν τις αρχαίες πηγές για την ύπαρξη μεγάλων πόλεων γύρω από την λίμνη Βοιβηίδα ήδη από την εποχή του Χαλκού. 

 “Οι δε Φεράς ενέμοντο παραί Βοιβηίδα λίμνην, Βοιβήν και Γλαφύρας… των ηρχ” Αδμήτοιο φίλος πάις ένδεκα νηών Εύμηλος…”. (Ομήρου, Ιλιάδα, Β, 711 – 714.)



4. Στην περιοχή Χλόης – Βελεστίνου διατηρήθηκαν πέντε μικροί κτιστοί θολωτοί τάφοι της Πρωτογεωμετρικής εποχής, τρεις από τους οποίους καλύφθηκαν με τσιμεντένια προστατευτικά στέγαστρα. 

Επίσης αποκαλύφθηκε λάκκος αποτέφρωσης νεκρών υπομυκηναϊκής εποχής.


5. Στην περιοχή Κόμβου Βελεστίνου και Αγ. Γεωργίου Φερών ερευνήθηκε η Αρχαία οδός Φερών – Παγασών και βρέθηκαν λάκκοι αποτέφρωσης νεκρών ελληνιστικών χρόνων, τμήμα συγκροτήματος κτιρίων ύστερης Κλασικής και Ελληνιστικής εποχής αγροτικού χαρακτήρα και τμήμα αγροικίας ελληνιστικών χρόνων και αγροικία Ρωμαϊκών χρόνων (2ου – 3ου αι. μ.Χ.). 

Η αρχαία πόλη των Φερών, μια από τις σημαντικότερες της Θεσσαλίας και με συνεχή ιστορική εξέλιξη τριών χιλιάδων και πλέον ετών (3.000 π.Χ. – 1ος αι. μ.Χ.), βρισκόταν στη θέση της σημερινής πόλης του Βελεστίνου, πάνω στο σταυροδρόμι κυρίων οδικών αξόνων.

 Στην περιοχή του οικισμού του Βελεστίνου, που άνηκε στη “χώρα” των Φερών, ανασκάφηκε νεκροταφείο Πρωτογεωμετρικής – Γεωμετρικής εποχής (10ου – 8ου αι. π.Χ.) με μικρούς θολωτούς τάφους που περιείχαν πλουσιότατα κτερίσματα.


6. Στη πεδιάδα Σούρπης – Αλμυρού αποκαλύφθηκε το δυτικό τείχος της Ελληνιστικής πόλης Άλου και στη θέση Βουλοκαλύβα αποκαλύφθηκε νεκροταφείο και ταφικός τύμβος γεωμετρικών χρόνων.


7. Στην περιφερειακή οδό Βόλου αποκαλύφθηκε μεγάλος θολωτός τάφος μυκηναϊκών χρόνων που πρόκειται για ένα σημαντικό μνημείο της ταφικής αρχιτεκτονικής.





ΔΩΡΕΑ ΣΥΛΛΟΓΗΣ Α. ΜΠΑΣΤΗ (αίθουσα 3)


Την αίθουσα των ανασκαφών των μεγάλων έργων ακολουθεί η αίθουσα με τη δωρεά συλλογής του Αγγέλου Μπάστη (αίθ. 3). 

Εκτίθεται μέρος από την ιδιωτική συλλογή του Βολιώτη συλλέκτη που αριθμεί 2.500 αντικείμενα της προϊστορικής περιόδου από το θεσσαλικό χώρο και δωρίστηκε το 1994 στο Αθανασάκειο Μουσείο. 

Πρόκειται για επιφανειακά ευρήματα από τις νεολιθικές μαγούλες, τα οποία περισυλλέχτηκαν από τον ίδιο το συλλέκτη κατά τη διάρκεια των τελευταίων τριάντα χρόνων. 

Η συλλογή περιλαμβάνει αντικείμενα από όλο το φάσμα των κινητών ευρημάτων που χαρακτηρίζουν την νεολιθική εποχή, όπως ειδώλια, εργαλεία και κοσμήματα. 

Τα ευρήματα αυτά παρουσιάζονται μαζί με ενημερωτικά κείμενα εκπαιδευτικού χαρακτήρα, που υποβοηθούν τον επισκέπτη να αποκωδικοποιήσει τους συμβολισμούς που αυτά τα αντικείμενα φέρουν, καθώς ουσιαστικά αποτέλεσαν ένα μέσο έκφρασης των νεολιθικών ανθρώπων.
  Μία κατηγορία αντικειμένων που μας δίνουν σημαντικές πληροφορίες για να κατανοήσουμε τους νεολιθικούς ανθρώπους, το πώς αντιλήφθηκαν τον κόσμο τους και δόμησαν τις σχέσεις τους, είναι τα ειδώλια, που εκπροσωπούνται στην έκθεση από ένα αντιπροσωπευτικό σύνολο. 

Τα ειδώλια από πέτρα, πηλό, μέταλλο και κόκαλο, συχνά με γραπτή και εγχάρακτη διακόσμηση απεικονίζουν την ανθρώπινη μορφή και κυρίως τη γυναίκα. Εκτός από τα ανθρώπινα ειδώλια, εκτίθενται και ειδώλια ζώων, καθώς και αντικείμενα καθημερινής χρήσης. 

Αποτελούν συμβολικές αναπαραστάσεις που δηλώνουν τη διάθεση των ανθρώπων να απεικονίσουν τις δυνάμεις που είναι σημαντικές για την επιβίωση της κοινότητας και της κοινωνικής συνοχής.
  Τα νεολιθικά κοσμήματα (βραχιόλια, δαχτυλίδια, «ενώτια», «κουμπιά», χάντρες) κατασκευάζονται κυρίως από πέτρα, πηλό και όστρεο, ενώ προς το τέλος της εποχής χρησιμοποιούνται και τα μέταλλα, ο χρυσός, ο άργυρος και ο χαλκός. 

Η λειτουργία τους είναι πολλαπλή, καθώς άλλοτε αποτελούν απλά διακοσμητικά αντικείμενα, άλλοτε προϊόντα που διακινούνται σε δίκτυα ανταλλαγών, ενώ άλλοτε φορτίζονται με συμβολισμούς «κοινωνικού γοήτρου». 

Έτσι, πολλά από αυτά τα αντικείμενα εκτός από την αξία χρήσης τους εμπεριέχουν και επικοινωνιακή αξία ορίζοντας τον κατασκευαστή και τον χρήστη.


Τα εργαλεία αποτελούν αναπόσπαστο κομμάτι της καθημερινής ζωής των προϊστορικών ομάδων που η οικονομία τους βασιζόταν στη γεωργία και την κτηνοτροφία. Πρόκειται για τρία βασικά εργαλειακά σύνολα που αλληλοσυμπληρώνονται στις διάφορες τεχνικές δραστηριότητες και πληροφορούν για τις εργασίες παραγωγής και τους μηχανισμούς διαχείρισης και διακίνησης των πρώτων υλών. 

Η λάξευση των πετρωμάτων με οστεοειδή θραύση, όπως του οψιανός και του πυριτόλιθος δίνει ένα μεγάλο φάσμα αποκρουσμένων εργαλείων για κοπτικές κυρίως δραστηριότητες.

 Τα εργαλεία από λειασμένο λίθο έχουν ως πρώτη ύλη λεπτόκοκκα πετρώματα και κατασκευάζονται με σφυροκόπηση και κατόπιν λείανση της επιφάνειας τους. Τέλος, η κατεργασία του οστού και του ελαφοκέρατος δίνει οστέινα εργαλεία προοριζόμενα για την κατεργασία των δερμάτων, την καλαθοπλεκτική και την υφαντική, ενώ τα ενδιάμεσα κομμάτια από ελαφόκερας χρησιμοποιήθηκαν για τις στειλεώσεις των λειασμένων λίθινων εργαλείων.


Η έκθεση των αντικειμένων της συλλογής αυτής, δίπλα στην αίθουσα 3, όπου υπάρχει η κύρια έκθεση για το Νεολιθικό Πολιτισμό, λειτουργεί συμπληρωματικά και τονίζει την ποικιλομορφία του νεολιθικού πολιτισμού, αλλά και τη σημαντική διασπορά του συγκεκριμένου υλικού στον ευρύ γεωγραφικό χώρο της Θεσσαλίας.





ΑΙΘΟΥΣΑ Γ. Χ. ΧΟΥΡΜΟΥΖΙΑΔΗ – ΝΕΟΛΙΘΙΚΟΣ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ ΘΕΣΣΑΛΙΑΣ (αίθουσα 4)


Την αίθουσα Μπάστη ακολουθεί η κύρια έκθεση του Μουσείου για το Νεολιθικό Πολιτισμό (αιθ. 4), που δημιουργήθηκε το 1975-1976 από τον τότε Επιμελητή Αρχαιοτήτων Γ. Χ. Χουρμουζιάδη. 

Ο Γ. Χ. Χουρμουζιάδης πραγματοποίησε την έκθεση με βασικό σκοπό τη διδακτική πληροφόρηση του επισκέπτη, υλοποιώντας την άποψη του ότι το Μουσείο δεν πρέπει να περιορίζεται στο ρόλο του ως μουσείο της αρχαίας τέχνης, αλλά πρέπει να ξεπεράσει τον καθαρά αισθητικό του χαρακτήρα και να αποτελέσει κυρίως μουσείο της Ιστορίας του Πολιτισμού. 

Τα αρχαία αντικείμενα παρουσιάστηκαν έτσι ώστε να διαφαίνεται πίσω από αυτά ο άνθρωπος-δημιουργός, καθώς πρόκειται για προϊόντα μιας ανθρώπινης κοινωνίας, που μέσα από συγκεκριμένες παραγωγικές διαδικασίες τα κατασκεύασε στην προσπάθεια της να επιβιώσει. 

Για το λόγο αυτό, τα αντικείμενα εκτίθενται ελεύθερα μέσα σε κόγχες και ράφια, που διαμορφώθηκαν με υλικά διαδεδομένα στο περιβάλλον της νεολιθικής περιόδου, όπως το ξύλο, η λινάτσα, η πέτρα και ο πηλός.
  Έτσι, οι καθημερινές ασχολίες του νεολιθικού ανθρώπου ζωντανεύουν μπροστά στα μάτια του επισκέπτη, ο οποίος αποκτά ένα πιο ενεργό ρόλο, καθώς καλείται να ανιχνεύσει και να αναπλάσει τις πληροφορίες. 

Αυτός ο πρωτοποριακός για την εποχή του σχεδιασμός της έκθεσης στη συγκεκριμένη αίθουσα, αν και έχει σήμερα ηλικία τριάντα περίπου χρόνων, αποτελεί ένα επιτυχημένο εγχείρημα οργάνωσης μουσείου, καθώς προσφέρει πολλές δυνατότητες δραστηριοτήτων εκπαιδευτικού χαρακτήρα.
  Η έκθεση διατηρήθηκε αναλλοίωτη με μικρές παρεμβάσεις, καθώς αποτελεί δείγμα μιας εκθετικής πρακτικής, πρωτοποριακής για τη εποχή της που συνεχίζει ακόμα και σήμερα να παρέχει μια ολοκληρωμένη άποψη για τη νεολιθική εποχή με τρόπο άμεσα κατανοητό στο ευρύ κοινό. 

Στα πλαίσια της ανακαίνισης ανανεώθηκαν οι προθήκες και αντικαταστάθηκε ο φωτισμός και ο χρωματισμός της αίθουσας εφαρμόζοντας σύγχρονες τεχνολογικά δυνατότητες.


Η έκθεση παρουσιάζει τα υλικά κατάλοιπα του νεολιθικού πολιτισμού από γνωστές θέσεις του θεσσαλικού χώρου, όπως αγγεία, εργαλείο, ειδώλια, σφραγίδες και κοσμήματα. 

Τα αντικείμενα εκτίθενται σε τρεις βασικές θεματικές ενότητες που οργανώνονται ως μικρο περιοχές μέσα στο χώρο της έκθεσης και αναφέρονται σε διάφορες δραστηριότητες του νεολιθικού ανθρώπου.


Η πρώτη ενότητα αναφέρεται στην οργάνωση και χρήση του χώρου, όπως παρουσιάζεται μέσα από νεολιθικά ομοιώματα σπιτιών και υπολείμματα οικοδομικών υλικών (πλιθιά, ξύλινα δοκάρια). 

Στον ίδιο χώρο βρίσκεται αναπαράσταση στρωματογραφίας σε φυσικό μέγεθος και με φυσικά υλικά από το νεολιθικό οικισμό του Σέσκλου, μέσα από την οποία μπορεί κανείς να διακρίνει οικιστικά στρώματα διαχρονικά.
  Η οικονομία, δεύτερος κατά σειρά θεματικός άξονας της έκθεσης, αφορά τη γεωργία και την κτηνοτροφία, που αποτελούσαν τις κύριες βιοποριστικές πηγές της περιόδου. 

Η προσπάθεια των νεολιθικών ανθρώπων να διαχειριστούν το περιβάλλον ως πηγή των πρώτων υλών και να εξασφαλίσουν την τροφή τους οδήγησε στην ευρεία χρήση εργαλείων που κατασκευάζονταν από οστό ή από απομακρυσμένο ή λειασμένο λίθο που στειλεωνόταν συχνά σε κέρατο. 


 Η κατασκευή και η χρήση των εργαλείων εντάσσεται στην τεχνολογική εξέλιξη τους, που καλύπτει όλη τη Νεολιθική περίοδο και συνεχίζεται ακόμα και μετά την εμφάνιση των πρώτων μετάλλων. 

Ο χαρακτήρας της νεολιθικής οικονομίας αντανακλάται και στα ζωόμορφα ειδώλια, ευρήματα πολύ συχνά στους οικιακούς χώρους των οικισμών. 

Απεικονίζουν με σχηματική μορφή ζώα εξημερωμένα, όπως αιγοπρόβατα, βοοειδή, χοίρους και σκυλιά, ενώ σπανιότερα προτιμώνται τα άγρια ζώα, όπως η αρκούδα και το ελάφι. 

Οι διατροφικές επιλογές των νεολιθικών ομάδων παρουσιάζονται μέσα από τους απανθρακωμένους σπόρους και καρπούς, τα όστρεα, τους σπονδύλους ψαριών και τα οστά άγριων και εξημερωμένων ζώων. Μεγάλο κομμάτι της ενότητας καταλαμβάνουν τα πήλινα αγγεία, προϊόντα της αγγειοπλαστικής της περιόδου. 

Η ποικιλία των σχημάτων και της διακόσμησης των αγγείων που παρουσιάζονται στην έκθεση καλύπτει ολόκληρη την χρονική περίοδο της νεολιθικής παρουσιάζοντας τις επιμέρους φάσεις της. 

Στα σύνθετα γεωμετρικά διακοσμητικά θέματα που ζωγραφίζονται ή χαράσσονται στα αγγεία μπορούν να ανιχνευτούν οι κώδικες της συμβολικής και αφηρημένης σκέψης των νεολιθικών ανθρώπων.
  Η ιδεολογία του νεολιθικού κόσμου παρουσιάζεται στην τρίτη ενότητα μέσα από τα ειδώλια, τις σφραγίδες και τα κοσμήματα. 

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν τα ειδώλια, καθώς απεικονίζουν την ανθρώπινη μορφή άλλοτε με ανατομικά χαρακτηριστικά του προσώπου και του σώματος και άλλοτε σχηματικά. Συχνά δηλώνεται η κόμμωση και πιο σπάνια τα κοσμήματα και η ενδυμασία, αφού συνήθως τα ειδώλια παριστάνονται γυμνά. Σε μερικές περιπτώσεις αναπαριστώνται μορφές που κρατούν μωρό ή κάποιο αντικείμενο ή που κάνουν κάποια δραστηριότητα. 


 Η ανεξάντλητη ποικιλομορφία των νεολιθικών ειδωλίων δείχνει τη μεγάλη ανάγκη των νεολιθικών ανθρώπων να εκφραστούν. 

Η κυρίαρχη προτίμηση στη γυναικεία μορφή με τονισμένα τα ανατομικά χαρακτηριστικά της αναπαραγωγής υποδηλώνει τον ενεργό ρόλο της γυναίκας στη διαχείριση του σπιτιού, αλλά και τη συμβολή της σε σημαντικούς τομείς της παραγωγής. 

Στο συμβολικό σύστημα αξιών των νεολιθικών ανθρώπων αντανακλάται η αναγνώριση της δύναμης της γυναίκας που αποτελούσε το αρχέτυπο, στο οποίο εμπεριέχονταν πολλές από τις μεταφυσικές δυνάμεις που προστάτευαν τη γεωργία και την εξασφάλιση της ευημερίας του νεολιθικού νοικοκυριού και της κοινότητας.


Στην ίδια ενότητα παρουσιάζονται τα νεολιθικά κοσμήματα: βραχιόλια κατασκευασμένα κυρίως από όστρεο Spondylus gaederopus, δαχτυλίδια, «ενώτια», «κουμπιά» που πιθανόν ράβονταν ως διακοσμητικά, χάντρες, πόρπες ζωνών, όπως επιβεβαιώνεται σε ανάλογες παραστάσεις ειδωλίων. 

 Υπάρχουν και άλλα απλά κοσμήματα από βότσαλα, όστρεα και δισκάρια χωρίς τρύπα ανάρτησης καθώς και εκείνα που αναπαριστούν ανθρώπους, ζώα και καρπούς. Τα κοσμήματα από Spondylus gaederopus, φορτίζονται με συμβολισμούς «κοινωνικού γοήτρου» και η αυξημένη κυκλοφορία τους σχετίζεται με τις ανερχόμενες κοινωνικές ιεραρχίες. 

Η ταύτιση του οστρέου των αντικειμένων αυτών δείχνει ότι η πρώτη ύλη προερχόταν από το Αιγαίο, ενώ τα βραχιόλια από Spondylus gaederopus διακινήθηκαν έως τα Βαλκάνια και την Κεντρική Ευρώπη μέσω δικτύων ανταλλαγών. Ο οικισμός του Διμηνιό, αποτελούσε ένα κέντρο παραγωγής τέτοιων κοσμημάτων στην οποία συμμετείχαν ολόκληρα νοικοκυριά με εξειδικευμένη κατανομή εργασίας.




ΓΡΑΠΤΕΣ ΕΠΙΤΥΜΒΙΕΣ ΣΤΗΛΕΣ ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΣ (αίθουσα 5)


Η αίθουσα αριστερά της κυρίως εισόδου είναι αφιερωμένη στην αρχαία πόλη της Μαγνησίας, τη Δημητριάδα. Η Δημήτριος ιδρύθηκε από τον Δημήτριο Πολιορκητή, ο οποίος ανακηρύχθηκε από το μακεδονικό στρατό βασιλεύς των Μακεδόνων το 294 π.Χ. και είχε υπό την επιρροή του το μεγαλύτερο μέρος της ηπειρωτικής Ελλάδος. 

Παρά την καλύτερη διοίκηση του κράτους του, επειδή η μακεδονική πρωτεύουσα Πέλλα βρισκόταν μακριά από την Αθήνα και γενικά τη νότια Ελλάδα, όπου δεν ήταν αποδεκτή η μακεδονική κυριαρχία, ίδρυσε νέα πρωτεύουσα, τη Δημητριάδα.


Η Δημήτριος ως το 167 π.Χ. αποτέλεσε έδρα των Μακεδόνων βασιλέων της δυναστείας των Αντιγονιδών, Βάση στρατιωτική και ναύσταθμο, αλλά και μεγάλο διεθνές εμπορικό λιμάνι, όπου συγκεντρώθηκε πληθυσμός όχι μόνο από κοντινές πόλεις αλλά από όλο τον ελλαδικό χώρο (Μακεδονία, Θράκη, Ήπειρο, Ακαρνανία) και από τον ευρύτερο χώρο της ανατολικής Μεσογείου (νησιά Αιγαίου, Κρήτη, Μικρά Ασία, Μέση Ανατολή, Αίγυπτο, Κυρηναϊκή), όπως αποδεικνύουν οι επιγραφές των επιτύμβιων στηλών, τα νομίσματα και οι ενσφράγιστες λαβές αμφορέων. 

Από τον 1ο αι. π.Χ. η Δημήτριος συρρικνώνεται εδαφικά, αλλά και στους αυτοκρατορικούς χρόνους εξακολουθεί να παραμένει η πρωτεύουσα του Κοινού των Μαγνητών. Στα τέλη του 3ου – αρχές 4ου αι. μ.Χ. ο Διοκλητιανός κατέλυσε τα Κοινά των Θεσσαλών και των Μαγνητών. 

Η Δημητριάς έγινε έδρα Επισκοπής επί Μεγάλου Κωνσταντίνου και εγκαταλείφθηκε σταδιακά ως τα τέλη του 5ου αι. μ.Χ.
  Οι γραπτές επιτύμβιες στήλες από τα νεκροταφεία της Δημητριάδος παρουσιάζονται στην έκθεση κατά θεματικές ομάδες. 

Οι γραπτές επιτύμβιες στήλες, αποτελούν αυθεντικά μνημεία που παραπέμπουν στις κατακτήσεις της μεγάλης ζωγραφικής. 

Βρέθηκαν 1906-07 από τον Α. Αρβανιτόπουλο εντοιχισμένες σε πύργους του τείχους της Δημητριάδος, καλυμμένες από πλίνθους της ανωδομής των πύργων, οποίες συνετέλεσαν στη διατήρηση των χρωμάτων τους.


Οι γραπτές παραστάσεις των επιτύμβιων στηλών της Δημητριάδος είναι από τα ελάχιστα σωζόμενα δείγματα ζωγραφικής των ελληνιστικών χρόνων. 

Η χρήση του χρώματος για τη διακόσμηση των στηλών δεν αποτελούσε δείγμα πλούτου ή πολυτέλειας. Ήταν πιο εύκολη και φτηνή εργασία σε σύγκριση με τη γλυπτική. Πάνω στο λευκό μάρμαρο, χωρίς καμιά επεξεργασία της επιφάνειας του λίθου, τοποθετούνταν τα χρώματα. 

Αρχικά, με πινέλο, γινόταν ένα σχέδιο με μαύρο χρώμα που προσδιόριζε όλες τις λεπτομέρειες της παράστασης. 

Ακολουθούσε το γέμισμα της επιφάνειας με χρώματα, χρησιμοποιώντας Βούρτσα, με χρώμα ομοιόμορφο και σε μέτριο τόνο. Τέλος, προσέθεταν τα πιο σκούρα η λαμπερά χρώματα για την απόδοση φωτοσκιάσεων. 

Χημικές αναλύσεις των χρωμάτων διευκρίνισαν την προέλευση τους. Τα χρώματα που ανιχνεύθηκαν είναι το αιγυπτιακό μπλε, το κόκκινο, το μαύρο, το λευκό, η ώχρα και το πρωτοξείδιο του μολύβδου, κίτρινου ή υπέρυθρου χρώματος. 


Οι στήλες φέρουν επιγραφές που δίνουν πληροφορίες το όνομα του νεκρού, την καταγωγή του και υποδηλώνουν μερικές φορές την οικογενειακή του κατάσταση. 

Σε μερικές στήλες υπάρχουν και επιγράμματα που αναφέρονται στις συνθήκες θανάτου και στις αρετές του θανόντος. 

Στις παραστάσεις των στηλών, ο νεκρός απεικονίζεται σε δραστηριότητες της καθημερινής ζωής, όρθιος ή καθιστός σε δεξίωση με άλλο πρόσωπο, ανακεκλιμένος σε ανάκλιντρο για το δείπνο, παίζοντας με το σκύλο του και ακολουθούμενος από το δούλο του, οι στρατιωτικοί με τα όπλα τους κ.ο.κ. 

Οι εικόνες ολοκληρώνονταν με την προσθήκη διακοσμητικών στοιχείων -τοπίων, δωματίων, βράχων, δέντρων- που δηλώνουν το περιβάλλον. Υπάρχουν και στήλες διακοσμημένες μόνο με δύο ανάγλυφους ρόδακες και γραπτή κόκκινη ταινία. 

Κάτω από την κύρια παράσταση, σε όλες σχεδόν τις στήλες, εικονίζεται γραπτή Ερμαϊκή στήλη που επιστέφεται με κεφαλή του θεού Ερμή. Η απεικόνιση της Ερμαϊκής στήλης εκφράζει επίκληση του νεκρού προς τον χθόνιο Ερμή, για να εξασφαλίσει την ευμενή αντιμετώπιση του στον Κάτω Κόσμο.
  Μεγάλη ποικιλία παρουσιάζουν και τα κτερίσματα από τα νεκροταφεία της Δημητριάδος, όπου έχουν εντοπιστεί αντικείμενα καθημερινής χρήσης, αγγεία πήλινα και μολύβδινα, που διατηρούν οργανικά υλικά κοσμετολογίας, αλλά και πολυτελή αντικείμενα, σύμβολα επίδειξης πλούτου.
  Ο σημαντικός ρόλος της πόλης στον οικονομικό, πολιτικό και στρατιωτικό τομέα αποδεικνύεται από τη νομισματική κυκλοφορία. 

Νομίσματα χάλκινα και ασημένια του τοπικού νομισματοκοπείου, αλλά και κοπές θεσσαλικές, ρωμαϊκές, καθώς και πιο απομακρυσμένων περιοχών, εντοπίζονται κατά τις ανασκαφές στη Δημητριάδα διευρύνοντας τις γνώσεις μας για τη ζωή της πόλης. 

Σημαντικές πληροφορίες για την εμπορική δραστηριότητα στη Δημητριάδα δίνουν οι ενσφράγιστες λαβές των αμφορέων, που εισάγονταν από τη Θάσο, αλλά και από τη Ρόδο, την Κνίδο, τη Σινώπη και τη Μακεδονία. 

 Όλες οι λαβές χρονολογούνται στα χρόνια της ακμής της Μακεδόνικης δυναστείας στη Δημητριάδα, από τις αρχές του 3ου αι. π.Χ. ως τις αρχές του 2ου αι. π.Χ. 



ΤΑΦΙΚΑ ΕΘΙΜΑ (αίθουσα 7)


Τα αρχαία αντικείμενα που εκτίθενται στην αίθουσα 7 έχουν σκοπό να δώσουν μία εκτενή περιγραφή των ταφικών εθίμων στις διάφορες πολιτιστικές περιόδους της αρχαιότητας.  
Η στάση των ανθρώπων απέναντι στο θάνατο και στη μεταθανάτια ζωή ήταν πάντοτε ένα ενδιαφέρον θέμα. 0 σεβασμός απέναντι στους νεκρούς ήταν μία κοινή τάση και δεν υπήρχαν σημαντικές παρεκκλίσεις κατά την τήρηση των ταφικών εθίμων σε όλη την αρχαιότητα.
  Οι ταφές παρουσιάζονται σε αναπαράσταση, έχοντας διατηρήσει στο εσωτερικό τους σκελετούς και τα αφιερώματα στο νεκρό, δηλαδή τα κτερίσματα, και αποτελούν αντιπροσωπευτικά δείγματα των πρακτικών ταφής των νεκρών στη Θεσσαλία. 

Η κατάργηση των βιτρινών, η παράθεση σχεδίων τάφων και οι αναπαραστάσεις των πρακτικών ταφής συμβάλλουν σε μία γόνιμη επικοινωνία μεταξύ του επισκέπτη και του αρχαιολογικού εκθέματος. 
  Ο πλέον διαδεδομένος τρόπος ταφής στην αρχαιότητα ήταν ο ενταφιασμός. 

Η καύση απαιτούσε μεγάλη διαδικασία και δαπάνη, ενώ ο εγχυτρισμός, η ταφή δηλαδή μέσα σε αγγεία, δεν συνηθιζόταν πολύ. 

Τα νεκροταφεία βρίσκονταν εκτός των οικισμών και δρόμοι ή μονοπάτια οδηγούσαν σ” αυτά. Το έδαφος καθόριζε τη διάταξη των τάφων σε σειρές, ή σε ομάδες, προφανώς συγγενικές και ενίοτε οριοθετούνταν από λίθινο περίβολο. Τα παιδιά θάβονταν συνήθως πλησίον των σπιτιών του οικισμού.
  Στην Ύστερη Εποχή του Χαλκού, οι χαρακτηριστικοί μνημειώδεις θολωτοί τάφοι, όπως αυτοί του Διμηνίου, αλλά και λαξευτοί θαλαμοειδείς τάφοι περιείχαν τον νεκρό και την οικογένεια του. 

Την ίδια εποχή, οι κιβωτιόσχημοι τάφοι σκαμμένοι στη γη και επενδεδυμένοι με πλάκες ή κτισμένοι με μικρές πέτρες, περιείχαν ατομικούς ενταφιασμούς. Οι απλούστεροι λακκοειδείς τάφοι, που απαντούν την εποχή αυτή, αποτελούν ένα τύπο πολύ κοινό και γνωστό ήδη από την Μέση Εποχή του Χαλκού.

  Στην εποχή του Σιδήρου οι ενταφιασμοί δεν παρουσιάζουν ιδιαίτερους νεωτερισμούς. 

Η πρακτική της καύσης του νεκρού, η οποία ήταν ήδη γνωστή από την Αρχαιότερη Νεολιθική Εποχή στη Θεσσαλία, κατά την Υπομυκηναϊκή περίοδο (12ος-11ος αι. π.Χ.) επικρατεί σταδιακά και καθιερώνεται σα συνήθεια για τους ενήλικες κατά την Εποχή του Σιδήρου (10ος – 8ος αι. π.Χ.). 

Ο συνήθης χώρος της καύσης του νεκρού ήταν ένας λιθοπερίκλειστος λάκκος, που περιείχε τα αποτεφρωμένα λείψανα, τις προσφορές και τα κτερίσματα, τα οποία πολλές φορές συγκεντρώνονταν μέσα σε τεφροδόχα αγγεία. 

Κατά την Κλασική περίοδο ο τρόπος ταφής αποτελούσε προσωπική επιλογή και οι νεκροί συνήθως ενταφιάζονταν και σπανιότερα καίγονταν. 


Τα κτερίσματα που χρησιμοποιούνταν στις ταφικές τελετές και κυρίως τα αγγεία συνδέονταν με προσφορές τροφών και ποτών στο νεκρό, ενώ κοσμήματα και άλλα μικροαντικείμενα ερμηνεύονται σαν προσωπικά αντικείμενα του νεκρού. 

Οι καθιερωμένες προσφορές στους νεκρούς, κατά την τρίτη μέρα (τα τρίτα) ή την ένατη (τα ένατα), τοποθετούνταν μέσα ή και έξω γύρω από τον τάφο, σε αποθέτες ή σε λάκκους.
  Οι τάφοι σηματοδοτούνταν με χωμάτινο τύμβο, με υπερμεγέθη πήλινα ή μαρμάρινα αγγεία, με επιτύμβιες στήλες με ανάγλυφη ή γραπτή αφηγηματική διακόσμηση καθώς και αγάλματα.





ΑΙΘΟΥΣΑ Δ.Ρ. ΘΕΟΧΑΡΗ – Αγώνες και αθλήματα στην αρχαία Θεσσαλία (αίθουσα 8)


Τέλος, η αίθουσα στο ισόγειο του νέου κτηρίου του Μουσείου Βόλου (αίθ. 8) φιλοξενεί την περιοδική έκθεση με τίτλο «Αγώνες και αθλήματα στην αρχαία Θεσσαλία», που θα διαρκέσει ένα έτος. 

Η πρόσβαση στην αίθουσα πραγματοποιείται μέσω του προθαλάμου (χώρος υποδοχής των επισκεπτών) του παλαιού νεοκλασικού κτηρίου. Αφορμή για την πραγματοποίηση της έκθεσης αποτέλεσε η διεξαγωγή των Ολυμπιακών Αγώνων του 2004 στη χώρα μας και ο ορισμός του Βόλου ως Ολυμπιακής πόλης.
  Στόχος της έκθεσης είναι να σκιαγραφήσει τη σχέση των αρχαίων Θεσσαλών με τον αθλητισμό και να δώσει την ευκαιρία στο ευρύ κοινό, αλλά και τους ειδικούς, να γνωρίσουν μια πτυχή του αρχαίου πολιτισμού της περιοχής, που μέχρι τώρα δεν είχε τύχει ιδιαίτερης προσοχής. 




ΠΗΓΕΣ ΚΕΙΜΕΝΩΝ.   1. museum-volos

                                          2. ΟΔΗΓΟΣ ΜΟΥΣΕΙΟΥ